Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Κάμερες επιτήρησης στα σχολεία!!


Η θλίψη κυριαρχεί. Η αίσθηση ότι η μικρή κοινωνία του σχολείου μπορεί να μετατραπεί σε χώρο επιτήρησης ορίζοντας τα παιδιά σαν εν δυνάμει κακοποιά στοιχεία παίρνει την θέση της στην πραγματικότητα της Ελληνικής επικράτειας, με μια ελαφρότητα που σκανδαλίζει. Αυτή η αφοπλιστική άγνοια σε σχέση με την εκπαίδευση και την ψυχολογία, καταντά στην χώρα μας ένα εγκληματικό στοιχείο, στο βαθμό που δεν υπολογίζονται βασικοί κανόνες παιδαγωγικών και ψυχολογικών διαδικασιών στην σχέση τόσο του παιδιού με τον εαυτό του, όσο και με τούς άλλους. Συστήματα επιτήρησης εγκαθίστανται με σαθρά προσχήματα τα οποία θα ταίριαζαν σε χώρους κράτησης, έτσι ώστε η παρουσία της κάμερας ασφαλείας, όπως λένε, θα μετατρέψει το προαύλιο του σχολείου σε προαύλιο φυλακής.
Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι η έννοια της “μάθησης” δεν περιορίζεται μέσα στους τοίχους της τάξης, αλλά το σχολείο σαν ολότητα αποτελεί πεδίο μαθησιακής διαδικασίας και χώρος κοινωνικοποίησης για το κάθε παιδί, αλλά και ενήλικο που βρίσκεται μέσα του. Δεν γνωρίζουν επίσης ότι ο χώρος του προαυλίου του σχολείου καθώς και ο χρόνος που τα “παιδιά” περνάνε μέσα σε αυτό είναι ένας παιδαγωγικός χώρος. Ένα χώρος και χρόνος ο οποίος δεν στερείται σημαντικότητας από αυτόν της σχολικής τάξης.
Αν πιστεύουμε ότι το διάλειμμα είναι ένας χρόνος απλής “ξεκούρασης” από το μάθημα στην τάξη, κάνουμε ένα τεράστιο λάθος διότι το διάλειμμα είναι ένας χώρος/χρόνος κοινωνικής ζωής. Είναι χώρος/χρόνος μάθησης μέσα από την αλληλεπίδραση με τα άλλα “παιδιά”, άρα ισάξιος της σχολικής τάξης. Εάν τώρα αναγνωρίσουμε την σημασία του χώρου του προαυλίου του σχολείου σαν κοινωνικοποιητικό παράγοντα, τότε ερχόμαστε να προσεγγίσουμε την “ψυχολογία” που “κατασκευάζεται” μέσα σε αυτόν για το κάθε “παιδί” και την σημασία που έχει για την ανάπτυξη του. Η αλληλεπίδραση με τα άλλα παιδιά δημιουργεί την αίσθηση της παρουσίας του μέσα από την σχέση με τον “άλλον”. Στο χώρο του προαυλίου αυτή η διαδικασία είναι πιο σημαντική, διότι εκεί καλείται το “παιδί” να έρθει σε επαφή χωρίς την παρουσία του δασκάλου, η οποία πολλές φορές παίζει ένα προστατευτικό ή και αποτρεπτικό ρόλο.
Το κάθε “παιδί”, έφηβος, ή έφηβη βρίσκεται μόνο του σε αυτό το χώρο και χρόνο για να δημιουργήσει τον εαυτό του μέσα από την ελεύθερη αλληλεπίδραση με τον άλλο “παιδί”. Το διάλειμμα λοιπόν είναι ένας χώρος/χρόνος καθόλου εύκολος. Διότι το “παιδί” καλείται να “δοκιμάσει” τον εαυτό του στην κατ' ευθείαν σχέση με τους άλλους, χωρίς την διαμεσολάβηση του δασκάλου που σημαίνει την ανάληψη της ευθύνης της πράξης του, η οποία εκφράζει την επιθυμία του, καθώς και τα μέσα που θέτει σε ενέργεια για να πετύχει.
Είτε πρόκειται για ένα απλό παιχνίδι, είτε για κάτι πιο περίπλοκο το “παιδί” βρίσκεται πάντα σε μια προβληματική κατάσταση στην σχέση με τον άλλον, την οποία καλείται να λύσει και αυτή η διαδικασία εμπεριέχει ολόκληρη την ουσία της κοινωνικής μάθησης. Μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα “παιδιά” καλείται να θέσει σε ενέργεια αυτά που έχει “μάθει” μέσα από τις ταυτίσεις και τις μιμήσεις των κοινωνικών μοντέλων σχέσεων που έχει εσωτερικεύσει, είτε αυτά έχουν σχέση με την οικογένεια, είτε άλλες πηγές κοινωνικών προτύπων. Καλείται να τα εκφράσει και να τα δοκιμάσει και ανάλογα την απήχηση που θα έχουν στους άλλους να τα κρατήσει είτε να τα αλλάξει. Καλείται να “επιβιώσει”! Άρα διάλειμμα στο προαύλιο του σχολείου είναι ένας χωρόχρονος τόσο πλούσιος σε ερέθισμα που γίνεται ισάξιος με αυτόν της σχολικής τάξης. 'Έτσι εάν το “μάθημα” στην τάξη έχει σχέση με το γνωστικό στοιχείο της μάθησης αυτό του προαυλίου έχει με το ψυχολογικό και το κοινωνικό.
Η απουσία της επιτήρησης- καθοδήγησης του δασκάλου στο προαύλιο με την έννοια που συμβαίνει μέσα στην τάξη, δεν είναι παρά ένα παιδαγωγικό εργαλείο για την βοήθεια του “παιδιού” να έρθει σε επαφή με τα άλλα παιδιά στηριζόμενο περισσότερο στον εαυτό του. Στην ουσία η απουσία του δασκάλου-καθηγητή είναι μια τεχνητή εκπαιδευτική διαδικασία η οποία “ αφήνει” τα παιδιά εκτεθειμένα στην σχέση με τον άλλον χωρίς την μεσολαβητική του παρουσία. Είναι μια “προπόνηση“, θα λέγαμε, για την κοινωνική ζωή όπου ενεργοποιείται, τόσο το άγχος της ύπαρξης, όσο και η ευχαρίστηση της επαφής με τον άλλο και της αίσθησης τους εαυτού που απορρέει από αυτή την σχέση. Είναι λοιπόν, όπως ανέφερα, το διάλειμμα, ένα εργαλείο μάθησης που βασίζεται στην έννοια της αυτονόμησης και της πρωτοβουλίας. Ο χώρος λοιπόν του προαυλίου είναι ένα χώρος κοινωνικής μάθησης, όπου δοκιμάζονται οι δεξιότητες του “παιδιού” τόσο σε πρακτικό όσο και σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο.
Κατά την γνώμη μου πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο χώρος του σχολείου είτε αυτός είναι η τάξη, ο διάδρομος, οι τοίχοι, η διακόσμηση, τα χρώματα, είτε το προαύλιο, οι μπασκέτες, τα τοιχάκια που κάθονται τα “παιδιά”, ή ακουμπάνε, είναι εκπαιδευτικοί χώροι, οι οποίοι ο καθένας εκφράζει διαφορετική μορφή στην διαδικασία της εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την Μορφολογική ψυχολογία η μαθησιακή διαδικασία βασίζεται στην αντίληψη της μορφής του αντικειμένου γνώσης σαν όλον, το οποίο όλον περιλαμβάνει όχι μόνο το αντικείμενο αυτό κάθε αυτό. αλλά και τις συνθήκες που περιβάλλουν την διαδικασία της μάθησης, οι οποίες ταξινομούνται σαν μορφές και συνδέονται με το αντικείμενο θετικά ή αρνητικά. Έτσι η μάθηση λαμβάνει χώρα μέσα από τα επιμέρους κομμάτια που την αποτελούν όπως είναι η τάξη, ο καθηγητής, ο συμμαθητής,το θρανίο, ο περιβάλλοντας γενικά χώρος. Όλα αυτά τα στοιχεία λοιπόν τα οποία αποτελούν το περιβάλλοντα χώρο αποτελούν κομμάτια που συνθέτουν την γνωστική διαδικασία.
Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι, ο χώρος του προαυλίου του σχολείο δεν είναι ένας ανεξέλεγκτος χώρος. Είναι ένας περιοριστικός χώρος. Έχει κάγκελα που τον περιφράζουν και τον διαχωρίζουν από τον κοινόχρηστο χώρο, τα οποία περιορίζουν τις κινήσεις των μαθητών κατά την ώρα του διαλείμματος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη και όταν κάποιος μαθητής ή μαθήτρια θέλει να βγει πρέπει να πάρει άδεια. Ακόμα και όταν κάποιος ενήλικος, γονέας επισκέπτεται το σχολείο πρέπει να του ανοίξουν. Αυτό δηλώνει την ασφάλεια του χώρου και την ικανότητα της επιτήρησης του από οποιοδήποτε σημείο. Επιτήρηση η οποία γίνεται με την παρουσία ενός δασκάλου κατά την διάρκεια των διαλειμμάτων.
Δυστυχώς σήμερα στην χώρα μας βρισκόμαστε στην δύσκολη θέση να αντιμετωπίσουμε την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας στο προαύλιο χώρου του σχολείου με το πρόσχημα την ασφάλεια. Σαν πρώτη παρατήρηση θα λέγαμε ότι η παρουσία της κάμερας δεν είναι παρά ένα μάτι που βλέπει και καταγράφει το τι συμβαίνει στο χώρο. Η γνώση της ύπαρξής της διαφοροποιεί τις αλληλεπιδράσεις στο χώρο και τις διαμορφώνει σύμφωνα με αυτό που “πρέπει” να διαδραματίζεται. Έτσι με τον ίδιο τρόπο που η παρουσία του δασκάλου έρχεται να οριοθετήσει το παιδί στην σχολική τάξη και να αφαιρέσει την αυθόρμητη έκφραση και την απρόσκοπτη χαρά του παιχνιδιού, επαναφέροντας τους όρους της γνωστικής μάθησης, έτσι και η κάμερα επιτήρησης του προαυλίου του σχολείου έρχεται να προσδιορίσει το χώρο/χρόνο του διαλείμματος.
Μια δεύτερη παρατήρηση είναι ότι, η παρουσία και μόνο της κάμερας σαν στοιχείο του προαυλίου χώρου, ξέχωρα από την λειτουργία της, αποτελεί ένα στοιχείο νομιμοποίησης της επιτήρησης ακόμα και όταν δεν συμβαίνει. Είναι ένα “βλέμμα” που επιβάλλει την πειθαρχία μετατρέποντας το διάλειμμα σε αντικείμενο παρατήρησης και επεξεργασίας των ενηλίκων, στην φαντασία των “παιδιών”. “ Μας βλέπουν”. “ Μας παρακολουθούν” Δηλαδή, το ότι ο χώρος παρακολουθείται για τα “παιδιά” δεν χρειάζεται να είναι μια πραγματικότητα, η φαντασία τους μπορεί να οργιάζει ακόμα και αν τα επιβεβαιώνουμε για το αντίθετο. Έτσι ξέχωρα από την λειτουργία της, έρχεται να οριοθετήσει την αλληλεπίδραση στο χώρο, αφαιρώντας το αυθόρμητο της συμπεριφοράς, εγκαθιδρύοντας την παρουσία της παράβασης σαν στοιχείο της διαπροσωπικής σχέσης, προκαλώντας την ενοχή και τον φόβου της τιμωρίας.
Μια τρίτη παρατήρηση έγκειται στο ότι, η κάμερα επιτήρησης με την λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας δηλώνει την εν δυνάμει παρουσία της παραβατικής συμπεριφοράς. Δηλώνει ότι ο οποιοσδήποτε είναι υποψήφιος παραβάτης. Έτσι η παράβαση μέσα από την κάμερα στοχεύει την παρουσία του καθένα προβάλλοντας ότι η παραβατικότητα είναι στοιχείο που κυριαρχεί σε σχέση με τα άλλα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, προκαλώντας το. Με αυτό τον τρόπο δεν κάνει διακρίσεις, αλλά η παρουσία της, μας οδηγεί να σκεφτούμε την παράβαση ακόμα και όταν δεν την έχουμε στο μυαλό μας. Συγχρόνως κάνει τους “παραβάτες” εν δυνάμει παρουσίες ακόμα και όταν δεν υπάρχουν. Η κάμερα ενοχοποιεί την συμπεριφορά του “παιδιού” σαν αξιόποινη πράξη.
Βέβαια οι άνθρωποι που προτείνουν αυτές τις λύσεις πρέπει να γνωρίζουν ότι τα παραδείγματα από χώρες που οι κάμερες έχουν εγκατασταθεί δεν απέδωσαν αυτό που αναμενόταν. Δηλαδή δεν απέφυγαν τους βανδαλισμούς, ούτε και την δυνατότητα ξένων στοιχείων να εισέλθουν στο προαύλιο του σχολείου από μέρη που η κάμερα αδυνατούσε να καλύψει. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να γνωρίζουμε ότι σε σχολεία όπου οι κάμερες εγκαταστάθηκαν ακόμα και μέσα στους διαδρόμους, ένα κύμα αντίδρασης πυροδοτήθηκε από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες και τους συλλόγους γονέων για το περιορισμό της αυτονομίας και την περιχάραξη της ελευθερίας των μαθητών. Μπορεί φυσικά να περιόρισαν λίγο τις εκδηλώσεις βίας ανάμεσα στους μαθητές μέσα στο σχολείο, αλλά δεν απέτρεψαν την βία, η οποία μεταφέρθηκε σε χώρους που δεν υπήρχαν κάμερες.
Φυσικά μιλάμε για χώρες οι οποίες αντιμετωπίζουν μια μεγάλη παραβατικότητα και εκδηλώσεις παιδικής και εφηβικής βίας ακόμα και μέσα στους χώρους του σχολείου είναι πολύ μεγάλη, πράγμα που στην μικρή μας χώρα αυτό δεν συμβαίνει. Αναφερόμαστε δηλαδή σε χώρες όπου οι δεσμοί της οικογένειας έχουν χάσει την ικανότητα τους να οριοθετούν και να κοινωνικοποιούν τα νέα μέλη τους. Παρ' όλα αυτά ακόμα και οι κάμερες δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τα κρούσματα βίας ανάμεσα στα “παιδιά”. Εκτός λοιπόν από την ανασταλτική παρουσία τους, η λειτουργία τους δεν δικαιολογείται από τις σχολικές συνθήκες στην Ελληνική πραγματικότητα.
Εκείνο λοιπόν που προέχει για την μικρή μας χώρα δεν είναι ο μιμητισμός πρακτικών επιτήρησης και ελέγχου οι οποίες δεν έχουν από την μια αποτελέσματα, και από την άλλη ανάγκη ύπαρξης. Δεν έχουμε ανάγκη από πρακτικές οι οποίες δεν δικαιολογούνται από τις συνθήκες που διαμορφώνει η ελληνική κοινωνία, προβάλλοντας την δήθεν βία και τους “βανδαλισμούς” σαν στοιχεία που απαιτούν την περιχάραξη της αυτονόμησης και της ελευθερίας των “παιδιών”. Πρακτικές που προβάλλουν επίσης μια λανθασμένη εκτίμηση της ελληνικής πραγματικότητας δίνοντας την εντύπωση ότι η ελληνική κοινωνία είναι βίαιη και πρέπει να την καταστείλουμε με οποιοδήποτε μέσον.
Στην ουσία αυτές οι πρακτικές, στηρίζονται στον ψυχρό τεχνολογικό εξοπλισμό και την παρουσία απρόσωπων εταιριών παρακολούθησης χωρίς δικλίδες ασφαλείας για τα προσωπικά δεδομένα κάθε “παιδιού” και κάθε πολίτη. Αυτή η συνθήκη αποτελεί από μόνη της μια βίαιη πράξη και θεωρώ ότι πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπόψιν. Πρόκειται για μια πράξη βίας ενός συστήματος ελέγχου, επιτήρησης και τιμωρίας το οποίο δεν θέλει να μειώσει την βία αλλά να την προβάλει μέσα από την παρουσία του.
Έτσι η απουσία του ανθρώπινου παράγοντα όπως των σχολικών φυλάκων, όπου η ανθρώπινη σχέση αποτελούσε το στοιχείο παρέμβασης σε καταστάσεις ξεπεράσματος των ορίων και η αντικατάστασή τους από ένα τεχνολογικό υλικό αμφιβόλου προέλευσης και ελέγχου, γενικώς, δεν έρχονται να αναστείλουν την βία, αλλά έρχονται να την προβάλλουν σαν μια μελλοντική πιθανότητα η οποία δεν αργεί να γίνει πραγματικότητα.
Κερεντζής Λάμπρος



Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Φθόνος 3 : Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί!




Ό,τι άλλο είναι ο Φθόνος πάνω από όλα είναι μια μεγάλη σπατάλη πνευματικής ενέργειας. Ενώ δεν μπορεί να αποδειχθεί το αν ο φθόνος αποτελεί μέρος της ανθρώπινης φύσης, πιστεύω ότι αυτό που μπορεί να αποδειχθεί είναι ότι, αν αφεθεί ελεύθερος, ο φθόνος έχει την τάση να μειώνει όλους όσους διακατέχει. 

Όπως και να λειτουργεί ο νους, ο φθόνος, το γνωρίζουμε, είναι μια από τις υπερβολές του, και ως τέτοια πρέπει να προσδιοριστεί και να καταπολεμηθεί με το μόνο μέσο που έχουμε στην διάθεσή μας: με το να μην λέμε ψέματα στον εαυτό μας, με την αυτοανάλυση και την ισορροπημένη κρίση.

Αν ο θεολογικός στοχασμός είναι απρόσιτος για εσάς, αν αυτή η έννοια το “αμαρτήματος”, του προπατορικού ή όχι, για εσάς δεν έχει κανένα νόημα, τότε αντί αυτού θα ζητούσα να θεωρήσετε τον φθόνο λιγότερο σαν αμάρτημα παρά ως κακή πνευματική υγιεινή. Παρεμποδίζει την διαύγεια, τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για τους ανθρώπους που φθονούμε, και τελικά μας δίνει μια κακή εικόνα για τον εαυτό μας.

Κανείς δεν μπορεί να δει καθαρά αυτό που φθονεί.
Ο φθόνος θολώνει την σκέψη, συντρίβει την γενναιοδωρία, αποκλείει κάθε ελπίδα για γαλήνη, και καταλήγει στο μαρασμό της ψυχής μας – λόγοι που αρκούν για να αγωνισθούμε με όλη μας την πνευματική δύναμη για να απελευθερωθούμε από αυτόν.

Απόσπασμα από το βιβλίο
του Joseph Epstein

Ο ΦΘΟΝΟΣ


πίνακας:Diego Fazio

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Φθόνος 2 : (Στην αρχαία Ελλάδα)




Αυτό που έκανε τους Έλληνες να διαφέρουν σύμφωνα με τον Peter Walcot1, ήταν ότι εκείνοι, ουσιαστικά, θεσμοθέτησαν τρόπους αντιμετώπισης του φθόνου. Δεν τους περνούσε από το μυαλό ότι μπορούσαν να καταπνίξουν τον φθόνο, αλλά αντ' αυτού επινόησαν τρόπους που άφηναν να ξεσπάσει και, όπου αυτό ήταν δυνατό τον έκαναν λιγότερο επιβλαβή.
Ο πολιτικός θεσμός του εξοστρακισμού, για παράδειγμα, με τον οποίον μπορούσε να καθαιρέσει καθαιρεθεί κάποιος πολιτικός ηγέτης, συχνά θεωρήθηκε ως ένα μέσο μείωσης του φθόνου που ένοιωθαν για αυτόν. 

Η πιο γνωστή – και πιθανά η πιο λαμπρή - περίπτωση εξοστρακισμού της αρχαιοελληνικής ιστορία ήταν αυτή του αρχαίου Έλληνα πολιτικού, του Αριστείδη του Δικαίου που, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, εξοστρακίστηκε λόγω μια υπερβολικής αρετής, αν θα μπορούσε ποτέ να λεχθεί ότι η αρετή μαστίζεται από κάποια υπερβολή. “ Έχω βαρεθεί πια να ακούω από παντού να αποκαλείται Δίκαιος”, υποτίθεται ότι σχολίασε κάποιος Αθηναίος πολίτης. (Θα μπορούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε ότι ο Σωκράτης δεν εξοστρακίστηκε, αλλά καταδικάστηκε σε θάνατο για τον ίδιο λόγο – τον φθόνο για την μεγάλη του αρετή και την απόλυτη ακεραιότητά του ). Ο ναύαρχος και πολιτικός Θεμιστοκλής επίσης εξοστρακίστηκε – στην δική του περίπτωση, όμως,γιατί ζούσε πέρα από το δημοκρατικό κανόνα και επειδή θεωρήθηκε ότι αποκτούσε υπεροπτικό ύφος.

Ο εξοστρακισμός σήμαινε μια δεκαετή εξορία, χωρίς όμως την απώλεια της ιδιότητας του πολίτη της περιουσίας. Όποιος υποβαλλόταν σε εξοστρακισμό είχε το δικαίωμα να επιστρέψει, και μάλιστα ήταν αναμενόμενο ότι θα επέστρεφε. Αλλά, εν τω μεταξύ ο εξοστρακισμός του άφηνε ένα περιθώριο – για να χρησιμοποιήσουμε μια σημερινή έκφραση – για να κρυώσει το θέμα. Ο φθόνος που αισθάνονταν γι αυτόν οι συμπολίτες, θα είχε χρόνο να κοπάσει.

Στην αρχαιοελληνική κοινωνία παντού υπήρχε η ένταση ανάμεσα στο φυσικό συναγωνισμό και το όνειδος της υπερβολικά μεγάλης ανόδου σε σχέση με τους συμπολίτες του. Αυτό εξηγεί γιατί, τόσο συχνά, όταν διαβάζουμε για τις νίκες των αρχαίων Ελλήνων σε αθλητικούς ή σε άλλους αγώνες, βλέπουμε ότι ο νικητής μοίραζε τα πλουσιοπάροχα δώρα στους συμπολίτες, από τον φόβο ότι θα επισύρει ένα υπερβολικό έντονο κύμα φθόνου για την καλή του τύχη. 

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι ο φθόνος είναι μια ανόητη, λανθασμένη, αξιοθρήνητη συνήθεια που τελικά κυριαρχεί στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Αλλά το ότι οι αρχαίοι Έλληνες τον κατανοούσαν με αυτόν τον τρόπο δεν σήμαινε ότι πίστευαν πως ο φθόνος μπορούσε να απαλειφθεί. Στην καλύτερη περίπτωση, ήλπιζαν ότι μπορούσε να αντιμετωπιστεί και, ίσως, να ελαττωθεί. 

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο φθόνος αποτελούσε μέρος της ανθρώπινης φύσης, ο οποίος είχε διαφορετικές εντάσεις σε διάφορους ανθρώπους, αλλά ήταν πάντα εκεί, διαρκώς έτοιμος για να αναδυθεί, σαν κουλουριασμένο φίδι, που είναι δήθεν κοιμισμένο, αλλά εύκολα μπορεί να σηκωθεί και να κάνει φαρμακερή επίθεση.


Απόσπασμα από το βιβλίο
του Joseph Epstein

Ο ΦΘΟΝΟΣ


1Ομότιμος Καθηγητής στην Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Κάρντιφ

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Ο θεραπευτής


Ο Ροχαιμ Γκέζα1 γράφει:
Στο κέντρο της κοινωνίας κάθε πρωτόγονης φυλής βρίσκεται ο θεραπευτής. Μπορεί εύκολα να αποδειχθεί ότι πρόκειται για νευρωτικό ή ψυχωτικό άτομο , ή τουλάχιστον πως η τέχνη του βασίζεται στους μηχανισμούς της νεύρωσης, ή της ψύχωσης.
Οι ανθρώπινες ομάδες εμψυχώνονται από τα ομαδικά ιδεώδη τους που βασίζονται πάντα στην νηπιακή κατάσταση. Η κατάσταση της παιδικής ηλικίας τροποποιείται και κατευθύνεται από την διαδικασία της ωρίμανσης, η οποία με την σειρά της ενεργοποιείται από την ανάγκη προσαρμογής στην πραγματικότητα και είναι πάντοτε παρούσα χορηγώντας αόρατους δεσμούς της λίμπιντο χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία ανθρώπινη ομάδα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι θεραπευτές απλά κάνουν ορατά και κοινοποιούν τα συστήματα της συμβολικής φαντασίας που είναι παρόντα στην ψυχή κάθε ενήλικου μέλους της κοινωνίας τους.
Είναι οι αρχηγοί αυτού του παιδικού παιχνιδιού και φωτεινοί ρυθμιστές του κοινού φόβου. Πολεμούν τους δαίμονες για να κυνηγήσουν οι άλλοι το θήραμα και γενικά πολεμούν την πραγματικότητα”.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ο Ήρωας με τα χίλια πρόσωπα”
του Joseph Campbell


1Ο Geza Roheim (1891-1953), ούγγρος ψυχαναλυτής, μέλος του αρχικού φροϋδικού κύκλου και εκπαιδευμένος ανθρωπολόγος 

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Φθόνος 1


Στην δημοκρατία. Οι απλοί πολίτες βλέπουν έναν άνθρωπο που βγαίνει από τις γραμμές τους και που σε λίγα χρόνια φτάνει στο πλούτο και την ισχύ' το θέαμα αυτό διεγείρει την έκπληξη και τον φθόνο τους' αναρωτιούνται πως αυτός που εχθές ήταν ίσος τους, σήμερα περιβάλλεται το δικαίωμα να τους διοικεί.
Η απόδοση της ανόδου του στα ταλέντα ή της αρετές του είναι άβολη, γιατί θα είναι σαν να ομολογούν οι ίδιοι ότι είναι λιγότερο ενάρετοι, ή ικανοί από αυτόν.
Αποδίδουν λοιπόν την κύρια αιτία σε κάποια από τα φαύλα χαρακτηριστικά, και συχνά έχουν δίκιο να το κάνουν. Διενεργείται λοιπόν κάποια αποκρουστική μείξη ανάμεσα στις ιδέες της ποταπότητας και της εξουσία, της αναξιότητας και της ευτυχίας της χρησιμότητας και της ατίμωσης.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η δημοκρατία στην Αμερική

του Αλέξης ντε Τοκβίλ, 
Πίνακας: Angelo Bronzino,

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

facebook: Κάντε μου “like”

Στο facebook, πραγματοποιείται η συνάντηση του ιδιωτικού χώρου/χρόνου με το δημόσιο. Είναι ένας χώρος/χρόνος επανακοινωνικοποίησης του υποκειμένου σαν χρήστη. Το facebook λοιπόν είναι ο δημόσιος χώρος και χρόνος μέσα στον οποίο χρήστης κατασκευάζεται το προφίλ του δηλαδή τον ιδιωτικό χωρόχρονο.
Είναι το “έξω”από το “μέσα”. Όταν ο χρήστης μπαίνει “μέσα”, είναι σαν να βγαίνει “έξω”. Σαν να κυκλοφορεί στο “δρόμο” να “συναντάει” φίλους, να χαιρετάει, να στέκεται σε μια “γωνία” για να συνομιλήσει μαζί τους. Όταν βγαίνει “έξω” συναντά ολοκληρωμένο καμβά των ανθρωπίνων συμπεριφορών. Από την μια χρήστες ανεβασμένους σε εξέδρες που βγάζουν πολιτικούς λόγους, έχοντας από κάτω οπαδούς που τους χειροκροτούν με like και από την άλλη χρήστες κρυμμένους, δειλούς που δεν θέλουν να φανερώσουν την παρουσία τους.
Το υποκείμενο λοιπόν σαν χρήστης κυκλοφορεί ανάμεσά τους αισθανόμενο την ύπαρξή του, που επιθυμεί, όπως στην πραγματικότητα, να τραβήξει την προσοχή των άλλων, τα βλέμματα, να ακούσει ένα καλό λόγο, ή να εκτονώσει την ανάγκη για αντιπαράθεση και αντιπαλότητα. Έτσι πολλές φορές θυμώνει και στεναχωριέται, ή άλλες είναι χαρούμενο και ικανοποιημένο.
Όπως στη πραγματικότητα έτσι και στην εικονικότητα το υποκείμενο σαν χρήστης εκφράζει τις ανάγκες, τις επιθυμίες του, τις χαρές και τις απογοητεύσεις του. Το συναίσθημα έρχεται να δώσει στην εικονική πραγματικότητα μια διάσταση που επηρεάζει το υποκείμενο και το συνδέει με τους “φίλους”, ανώνυμους, ή επώνυμους όπως στην πραγματική ζωή.
Το facebook λοιπόν όπως κάθε δημόσιος χώρος είναι ένας κοινωνικός χώρος που πάλλεται από τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Αλληλεπιδράσεις σε λεκτικό και εικονικό επίπεδο στο οποίο δεν στερούνται σημασίας από μια πραγματική αλληλεπίδραση των υποκειμένων σε ένα πραγματικό χώρο/χρόνο.
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι το facebook είναι η υλική πραγματικότητα των συναισθημάτων που διέπουν την κοινωνία μας. Στο facebook ο χρήστης κουβαλάει και προβάλει όλο το εξοπλισμό της καθημερινής ταυτότητας τον οποίο νομίζει ότι “κρύβει” πίσω από το προφίλ του. Επώνυμο, ή ανώνυμο το προφίλ, πάντα φανερώνει την “προσωπικότητα” του χρήστη, φανερώνει την ανάγκη του και τους σκοπούς του προς τους άλλους.
Η πραγματικότητα της προσωπικότητας αναδύεται μέσα από το λόγο του, από τις επιλογές των αναρτήσεων του. Οι αναρτήσεις του εμπεριέχουν την χαρτογραφία του εαυτού του και προδίδουν μια κρυφή επιθυμία της επικύρωσης τους, αποδοχής του. Φωτογραφίες, τραγούδια, θέσεις και εκφράσεις καθώς και ιδεολογικές τοποθετήσεις έρχονται να φανερώσουν την ανάγκη του χρήστη για αποδοχή και μάλιστα για δόξα και επιζητούμενο κρυφά κύρος.
Έτσι σε κάθε προφίλ ξεδιπλώνεται το “είναι” του χρήστη σε μια εικονική διάσταση της οποίας τα πραγματικά στοιχεία κυριαρχούν και φανερώνουν, τόσο τα θέλω, τις αξίες, τα πιστεύω και την ιδεολογία του, όσο και τις ασυμφωνίες, της διαφορές, τους εκνευρισμούς, την επιθετικότητα και την βία του.
Το βασικό στοιχείο το οποίο συνδέει την πραγματική με την εικονική πραγματικότητα είναι η ανάγκη του υποκειμένου να γίνει αποδεχτό.
Το facebook γίνεται η χωρόχρονος της αποδοχής ή της απόρριψης. Η αποδοχή δεν είναι παρά η επιβεβαίωση της ταυτότητας και της συνέχειας της. Φανερώνει λοιπόν το κρυφό “πόλεμο” του καθένα απέναντι στην ανάγκη της επικράτησης που σημαίνει την ανάγκη επιβεβαίωσης. Στην ουσία εκφράζει την φυσιολογική ανάγκη της αποδοχής και αναγνώρισης του χρήστη από τους άλλους, όπως αυτή συμβαίνει στην καθημερινή ζωή.
Αυτή την κατάσταση δεν τη θεωρώ παράλογη και αφύσικη. Ακολουθεί το μονοπάτι της καθημερινής αγωνίας του πολίτη, ο οποίος παλεύει τόσο στην οικογένεια όσο και στην κοινωνία για την υπαρξιακή επιβίωση με την άντληση της έγκρισης, της αποδοχής και της αναγνώρισης.
Δυστυχώς στην πραγματικότητα του υποκείμενο για να φθάσει εκεί που βρίσκεται έχει περάσει μέσα από μια κοινωνική κατάσταση, η οποία δεν στηρίζεται στην αναίμακτη αποδοχή του, αλλά στην ολοένα δοκιμασία του και απόρριψή του τόσο στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι έχει αναγκαστεί να συμβιβαστεί, να δεχτεί, να υποκύψει στις απαιτήσεις των άλλων και ο φόβος της απόρριψης καταλαμβάνει το μεγαλύτερο φάσμα κάθε κοινωνικής πράξης, και κάθε ενέργειάς του.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε κοινωνίες που υποβάλλουν τους πολίτες τους σε αυθαίρετες συνεχείς αξιολογήσεις με αξιολογικά κριτήρια που δεν τα ελέγχουν. Κοινωνίες που υποβάλλουν τους πολίτες τους σε αναγκαστικές δοκιμασίες που απαιτούν αποδείξεις για την αξία τους. Που δημιουργούν την αμφιβολία και την αυτό-απόρριψη σαν αποτέλεσμα της μη αναγνώρισης και της έλλειψης αποδοχής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ζούμε σε κοινωνίες που η καλλιέργεια της ενοχής σαν το στοιχείο συνοχή τους, υπερτερεί. Ενοχή που εκφράζεται μέσα από την κοινωνική πράξη του υποκειμένου και λειτουργεί για την καθυπόταξη του στους όρους ενός χωρίς ορίου ανταγωνισμού.
Σε όλες αυτές τις κοινωνικές περιπτώσεις ο φόβος της απόρριψης και του εξοστρακισμού αποτελεί την ασφαλιστική δικλίδα του συστήματος. Είτε στην οικογένεια, είτε στην εκπαίδευση, είτε στην εργασία, ο φόβος της απόρριψης διαφεντεύει και οργανώνει την λειτουργία του υποκειμένου μέσα σε αυτά τα συστήματα, περισσότερο από την επιθυμία της αναγνώρισης και της αποδοχής.
Το σύστημα οργανώνει με τέτοιο τρόπο της κοινωνικές διαδικασίες ώστε η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής και η απαίτηση τους μπορεί να εκληφθεί από αυτό σαν φαινόμενο άκραίου ναρκισσισμού .
Δεν φοβόμαστε να πούμε ότι ο φόβος της απόρριψης είναι το συναίσθημα πιο κατακλύζει την κοινωνία και είναι αυτό που ορίζει την ποσόστωση της επιθυμίας για αναγνώριση και αποδοχή. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που αυτό συμβαίνει στην κοινωνία, εκφράζεται και στην εικονική πραγματικότητα. Με τον ίδιο τρόπο που στην πραγματική ζωή αναζητάμε την υπαρξιακή μας αναγνώριση, με τον ίδιο τρόπο θα το κάνουμε και στην εικονική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τα παραπάνω το facebook, λειτουργεί και αυτό σαν το πλαίσιο που εκφράζει την ανάγκη της αποδοχής, αλλά περισσότερο, πιστεύω ότι κρύβει μέσα του με περίτεχνο τρόπο, το φόβο της απόρριψης. Ο φόβος της απόρριψης ενεργοποιείται σε κάθε εικονική συνάντηση, περισσότερο από αυτόν της αποδοχής. Έτσι πολλές φορές έχουμε γίνει μάρτυρες διαπόμπευσης ανθρώπων που ψάχνουν τα like, αλλά ανάγκη των laik δεν θα πρέπει, κατά την γνώμη μου, να είναι κάτι κατακριτέο. Εκφράζει την φυσιολογική ανάγκη του κάθε υποκειμένου να γίνει αποδεχτό και ο λόγος του να έχει περάσει.
Επίσης εκφράζει την ακόρεστη φυσιολογική επιθυμία του υποκειμένου να επικοινωνήσει την παρουσία του. Να βγει “έξω” και να “συναντηθεί” με τους άλλους στο δημόσιο χώρο του facebook , όπου μέσα από αυτή την συνάντηση, την διαλογικότητα, μπορεί να συγκεκριμενοποιήσει την διαφορετικότητα του, αλλά και την ομοιότητα του με τους άλλους, καθώς και να συνειδητοποιήσει τα χαρακτηριστικά κομμάτια που συγκροτούν την ταυτότητα του. Η ανάγκη λοιπόν για εκτίμηση, αναγνώριση και αποδοχή αποτελεί μαι φυσιολογική προτεραιότητα του υποκειμένου και δεν βλέπω το λόγο να μην προβάλλεται και από το facebook.
Σκέπτομαι ότι η ανάγκη για αναγνώριση, για αποδοχή από μια φυσιολογική ανάγκη τείνει να θεωρηθεί στην κοινωνία μας και κατ' επέκταση στο facebook σαν μια παρά φύση ανάγκη. Η εκδήλωση της ανάγκης του υποκειμένου να είναι αγαπητό τείνει να ενοχοποιηθεί προβάλλοντας το ναρκισσισμό, όπως αναφέραμε, σαν στοιχείο που παρακινεί αυτή την ανάγκη, δηλαδή μια χωρίς όριο εγωκεντρική τάση και όχι σαν μια φυσιολογική κατάσταση που διέπει νομοτελειακά τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις.
Αν σκεφτούμε ότι στη οικογένεια το υποκείμενο έχει γευτεί την αναγνώριση, την τρυφερότητα και την προστασία σημαίνει ότι έχει δεχτεί την απαιτούμενη προσοχή στην κατασκευή της ταυτότητας του, τότε η ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής των άλλων μπορεί να μην “παίζει” τόσο μεγάλο ρόλο. Δηλαδή δεν κινδυνεύει να διαταραχτεί η “εικόνα εαυτού” στην άρνηση, ή την απόρριψη του άλλου.
Αν αντιθέτως σε αυτό το πεδίο έχει επικρατήσει η στέρηση και ο φόβος της απόρριψης, τότε η συναισθηματική ανάγκη για αποδοχή μπορεί να ξεπεράσει το όριο στην σχέση με τον άλλον και να δημιουργήσει προβλήματα στην σχέση με τον εαυτό.
Είτε στην μία, είτε στην άλλη περίπτωση δεν νομίζω ότι πρέπει να αξιολογήσουμε την ανάγκη αναγνώρισης και αποδοχής σαν στοιχείο νοσηρό του υποκειμένου, αλλά σαν μια κοινωνική λειτουργία που διέπει τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων και εκφράζει την φυσιολογική επιδίωξη του καθένός, ασχέτως του τρόπου που κατασκευάστηκε.

Κερεντζής Λάμπρος

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Η Σύγκρουση στην Οικογένεια


Όταν τα μέλη της οικογένειας βουλιάζουν στο ποτάμι της έντασης, της αντίθεσης, των αντιφάσεων, της διαφορετικής αντίληψης και ερμηνείας των διαδραματισμένων καταστάσεων, των φαντασιώσεων που μέσα τους ανακαλύπτουν τις αδικίες της παιδικής και εφηβικής ηλικίας να ξανασηκώνουν το ανάστημά τους, να καταβροχθίζουν την πραγματικότητα του σήμερα και να τα κάνουν να αισθάνονται μικροί και ανυπεράσπιστοι του χθες, τότε... τότε, ρέει ανεμπόδιστα το αίσθημα της απόγνωσης.
Ο θυμός, ο φόβος, η στοχοποίηση, η ανέλπιδη προσπάθεια για υπεράσπιση... γεμίζουν το σαλόνι του σπιτιού, μουσκεύουν το σώμα με το υγρό της αγωνίας. Μέσα στο φοβικό τοπίο της σύγκρουσης, το σώμα πολεμά να περιορίσει τον άλλο σώμα, ή τα άλλα σώματα, αλλά δεν μπορεί να περιορίσει το δικό του. Το δικό του είναι ένα κορμί φυλακισμένο στην ένταση που το τυλίγει, που το σηκώνει σαν πούπουλο στο αέρα και το στρέφει, το εκσφενδονίζει πάνω στα άλλα κορμιά.
Κάθε λέξη, κάθε πρόταση έρχεται να βάλει φωτιά στο μυαλό, να θολώσει το βλέμμα. Το θολωμένο μυαλό συναντά τα άλλα θολωμένα μυαλά και μαζί ρίχνονται μέσα στην ομίχλη του κενού, αυτού που δεν υπάρχει τίποτα να πιαστεί, να ακουμπήσει, να νοηματοδοτήσει την κατάσταση παρά μόνος ο πόνος του διαχωρισμού, παρά μόνο η τυφλή ανάγκη της άμυνας στο επιτιθέμενο.
Κάθε ενέργεια παρακινεί το κορμί σε ανεξέλεγκτη δράση, απέναντι σε κορμιά που αγαπήθηκαν και αγαπιούνται. Σε κορμιά που χάρηκαν, που μοιράστηκαν και ξανοίχτηκαν μαζί στα σαρκικά λιβάδια της ηδονής, της ευχάριστης απάρνησης του εαυτού και της ένωσής του με τον άλλον. Κορμιά αγαπημένα που συνοδεύουν, συντροφεύουν το δικό του, στο ταξίδι ζωής και που τώρα κτυπούν, λυσσομανούν ανεξέλεγκτα από την βίαιη συναλλαγή με την απομάκρυνση και την μοναξιά.
Από την άλλη χέρια απεγνωσμένα προσπαθούν να τιθασεύσουν τον παροξυσμό των χεριών των άλλων, νιώθοντας το φόβο από τον δικό τους παροξυσμό. Κινήσεις χωρίς έλεγχο, κινήσεις χωρίς μέτρο, αδέσποτες ορφανές κινήσεις που κανείς δεν μπορεί να τιθασεύσει παραδομένες στο χορό της βίας που έχουν αιχμαλωτιστεί. Κάθε κίνηση τιθάσευσης μεγαλώνει την έντασή τους και αυξάνει το βίαιο στριφογύρισμα τους.
Οι δράστες έχουν έρθει τόσο κοντά, αλλά είναι τόσο απομεμακρυσμένοι. Αγκαλιασμένοι, αλλά τόσο μόνοι και ανυπεράσπιστοι. Ο ένας δεν μπορεί να διακρίνει με ποιόν παλεύει από την απόσταση που τους χωρίζει. Ατελείωτες εικόνες ντροπιαστικής υποτίμησης ξετυλίγονται στην οθόνη του μυαλού. Μια ομίχλη καλύπτει τα πάντα, ένα σκοτωμένο φως που κάνει τις παρουσίες τους σκιές. Γειρτές σκιές, από το βάρος της βίας που προσφέρουν και εισπράττουν.
Και μαζί με αυτές... οι φωνές. Φωνές, κραυγές απεγνωσμένες που προσπαθούν να πιαστούν από την λογική, αλλά ματώνουν τα δάκτυλά τους πάνω στην αλλοτινή βία των φαντασιώσεων του παρελθόντος. Την ανώμαλη επιφάνεια των εσωτερικευμένων τραυμάτων που τώρα οργιάζουν κρατώντας το ρυθμό του βίαιου χορού της σύγκρουσης.
Το λαρύγγι κραυγάζει το χαμένο δίκιο του. Την ΄διαχρονικότητα της πληγωμένης του υπόστασης. Διαλαλεί την βία που εισπράττει και εκπέμπει. Την απόγνωση και τον τρόμο γι αυτό που συμβαίνει και δεν μπορεί να σταματήσει. Ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο αδύνατον να βρεθεί. Από που ξεκίνησε η σύγκρουση και που θα σταματήσει και αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε.
Ο θυμός, η αδικία, η αγανάκτηση, η εκδίκηση διαπερνούν τα σώματα και κουβαλάνε τις ψυχές στο απόγειο του σκοταδιού που κανένας δεν βλέπει τίποτα, παρά μόνο νιώθουν την ανεξέλεγκτη ζωώδη δύναμη της καταστροφής, της ρήξης με μια πραγματικότητα που δεν τους αντιπροσωπεύει. Όμως κανείς δεν μπορεί να ελέγξει την ρήξη. Κανείς δεν ξέρει που πηγαίνει και πως μπορεί να την σταματήσει. Πάνω σε τι είδους ερείπια θα ακουμπήσει μετά για να συλλογιστεί .
Τα πρόσωπα της σχέσης, γδέρνονται. Οι σάρκες της ξεσκίζονται. Σέρνεται αιμόφυρτη αφήνοντας τα αποτυπώματά της στο τοίχο, πάνω στα πληγωμένα έπιπλα, πάνω στα κομμάτια από τα σπασμένα σερβίτσια της ζωής. Αιμορραγεί πεσμένη στο πάτωμα του σαλονιού περιτριγυρισμένη από τα συντρίμμια της περιουσίας της.
Οι τελευταία ενέργεια είναι η απομάκρυνση από το τοπίο της σύγκρουσης. Ο καθένας μαζεύει τα συντρίμμια της ψυχής του προσπαθώντας να απομονωθεί, να κλείσει, να περιορίσει, να ελέγξει τον εαυτό του, πετώντας τον σε ένα καναπέ, σε μια καρέκλα, ή στο κρεβάτι ανάσκελα να κοιτά στο ταβάνι να περνά η ζωή του σαν να είναι ταινία.
Καθώς η ένταση υποχωρεί... η μοναξιά βασιλεύει. Ο φόβος επίσης μένει στο πλευρό του καθένα. Η απογοήτευση διαφεντεύει με την πικρή της γεύση το λαρύγγι. Τα σώμα γυμνό εσωτερικά, στέκεται μπροστά στο παρελθόν, το ερειπωμένο παρόν και το εκφοβιστικό μέλλον της σχέσης. 
Η οντότητα του εαυτού νιώθει την τρομακτική απόσταση από τους άλλους. Νιώθει τον πανικό της εξορίας, της απομάκρυνσης, της έλλειψης νοηματικού περιεχομένου της ατομικής ύπαρξης...
Κερεντζής Λάμπρος

πίνακας: Diego Fazio