Μένουμε μαζί για τα παιδιά!!


Στην μικρή μας χώρα αλλά και σε άλλες είναι δύσκολο να χωρίσει κάποιος. Ο χωρισμός αποτελεί ένα δυσάρεστο γεγονός από πολλές πλευρές. Η κοινωνική αναπαράσταση του “χωρισμένου” και περισσότερο της “χωρισμένης” περιλαμβάνει αρνητικότητα και δυσαρέσκεια προσδίδοντας την εντύπωση της αποτυχίας. Κοινωνικά ο χωρισμένος κουβαλάει την εντύπωση ενός υποκειμένου ασταθούς, εύκολου, ανυπόληπτου, το οποίο επηρεάζεται εύκολα και στο οποίο δεν μπορούμε να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη. Αν αναφερθούμε στην γυναίκα τότε η χωρισμένη, την οποία παλιά την ονομάζαμε και “ζωντοχήρα”, εκτός όλων των άλλων, αποτελεί το αντικείμενο σεξουαλικών προβόλων του αντρικού πληθυσμού και όχι μόνο.
Πολύ σπάνια ο χωρισμός εκλαμβάνεται ως δυναμικότητα και αποφασιστικότητα απέναντι στη πραγματικότητα. Πολύ δύσκολα αντιμετωπίζεται σαν μια δυνατότητα του υποκειμένου να ελέγξει την ζωή του. Σαν μια ικανότητα να καθορίσει και να επιβληθεί στην πραγματικότητα που τον αφορά. Να “ακούσει” και να υπερασπιστεί το συναίσθημά του.
Εκτός λοιπόν από τις συναισθηματικές δυσκολίες στην απόφαση του χωρισμού και εκτός από τις κοινωνικές, όπου τα μέλη της διευρυμένης οικογένειας, μητέρες, πατεράδες και λοιποί συγγενείς έχουν λόγο να επέμβουν και προσπαθήσουν να πείσουν το ζευγάρι να μην προβεί σε ένα τέτοιο διάβημα, μια άλλη πλευρά αναδύεται και είναι σημαντική. Είναι η οικονομική πλευρά του γάμου, η οποία ακολουθεί και συμπληρώνει την συναισθηματική επένδυση του.
Ένας γονέας είναι δύσκολο σήμερα να “σηκώσει” το βάρος ενός χωρισμού. Οι διαδικασίες εμπλοκής σε οικονομικό και νομικό επίπεδο αποτρέπει τον καθένα να το επιχειρήσει. Όπως έχουμε
πει σ' ένα άλλο άρθρο μας1 ξέχωρα από το συναισθηματικό πεδίο, η οικιακή οικονομία δεν βοηθά τα μέλη του ζευγαριού να απεξαρτηθούν, αντίθετα τα έχει εξαρτήσει με τέτοιο τρόπο ώστε τα καθιστά αδύναμα να σταθούν μόνα τους στην πραγματικότητα που ζούνε. Αυτό περιπλέκει και δυσχεραίνει την θέση του ενός απέναντι στον άλλον. Δημιουργεί έναν επιπλέον παράγοντα εκνευρισμού και εντάσεων στο βαθμό που ανακαλύπτουν την οικονομική δέσμευση σαν εμπόδιο που απαιτεί μια μεγαλύτερη κατανόηση και συνεργασία.
Αντίθετα στην περίπτωση του χωρισμού, η αναγνώριση της οικονομικής εξάρτησης του ζευγαριού οδηγεί τα μέλη του περισσότερο στην αναζήτηση και την απόδοση ευθυνών, παρά στην προσπάθεια συνεργασίας, πράγμα που δεν τους επιτρέπει να αντιληφθούν ότι αποτελούν μέρος του προβλήματος. Κάτω από τις συνθήκες πολλοί γονείς συνεχίζουν να μένουνε μαζί με την αιτιολογία ότι “μένουμε για τα παιδιά”.
Βέβαια υπάρχουν και άλλες πραγματικότητες όπως αυτή που επικαλούνται μητέρες όταν λένε ότι τα παιδιά τους δεν θέλουν να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα – το χωρίς πατέρα ισχύει μόνο όταν εκείνος έχει πεθάνει – γι' αυτό αν και είναι ανικανοποίητες, πιεσμένες, ακόμα και κακοποιημένες μέσα στο γάμο συνεχίζουν να ζουν μ' έναν άντρα ο οποίος όχι μόνο δεν τους προσφέρει ικανοποίηση, αλλά την αφαιρεί, ή δεν τους επιτρέπει να την βιώσουν ακόμα και σε καταστάσεις που δεν έχουν σχέση με αυτόν (φιλίες). Με τον ίδιο τρόπο και ένας πατέρας μπορεί να συνεχίσει να ζει με μια γυναίκα με την οποία δεν νιώθει την εκτίμηση και την αγάπη που έχει ανάγκη, φέρνοντας σαν δικαιολογία τα παιδιά.
Το “μένουμε για τα παιδιά” και για τον πατέρα, και για την μητέρα εκφράζει μια αβέβαιη οικογενειακή κατάσταση όπου η ικανοποίηση έχει εξοστρακιστεί από την σχέση. Την θέση της έχει πάρει η αντιπαλότητα, η αδιαφορία, ο φόβος, το άγχος, και οποιοδήποτε άλλο αρνητικό συναίσθημα το οποίο χρωματίζει την καθημερινότητα, όχι μόνο του ζευγαριού, αλλά και των παιδιών. Μια κατάσταση που μαρτυρά την τροπή που μπορεί να πάρει η ερωτική σχέση, πιεσμένη από μια πραγματικότητα, η οποία την κατακερματίζει και αφήνει τους πρωταγωνιστές μετέωρους μέσα σε ένα γάμο που δεν αντιπροσωπεύει αυτό που αναζητούσαν.
Πολύ φυσικά όταν η κατάσταση δεν είναι καλή στο ζευγάρι,η προσπάθεια των γονιών στοχεύει τα παιδιά. Θέλει να τα προστατεύσει, να τα διαφυλάξει από την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια που προκαλεί η αντιπαλότητα τους. Να τα προστατεύσει από την ανεξέλεγκτη ένταση της σχέσης. Έτσι αυθόρμητα μπορεί να υιοθετήσουν μια στάση σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Αποφεύγουν να συζητάνε μαζί τους τι συμβαίνει και αν το συζητάνε προσπαθούν να το παρουσιάσουν με μισόλογα.
Σε αυτή τους την προσπάθεια φαίνεται ότι έχουν υιοθετήσει την ιδέα ότι τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει. Το αποτέλεσμα όμως μιας τέτοιας σκέψης παραβλέπει των ικανοτήτων αντίληψης των παιδιών. Παραβλέπει τη ικανότητα τους να αποτελούν ένα ισάξιο παίχτη στην οικογενειακή σκακιέρα.
Μια τέτοια σκέψη μπορεί να καθησυχάζει τους γονείς. Να τους Βοηθάει στην αποφυγή των ενοχών που φουντώνουν μέσα τους, από την κατάσταση που βιώνουν. Δυστυχώς όμως τα αποτελέσματα ερευνών τόσο στην γνωστική και συμπεριφοριστική ψυχολογία, όσο και στην ψυχολογία του βάθους δείχνουν ότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται και βιώνουν τις δυσάρεστες και τις ευχάριστες εντάσεις μέσα στην οικογένεια από την στιγμή της γέννησή τους, για να μην αναφερθούμε στην περίοδο της εγκυμοσύνης.
Καταλαβαίνουμε σε πόσο δύσκολη κατάσταση βρίσκονται, πόσο εύκολο είναι να βουλιάξουν σε μια συμπεριφορά αγχωτική, προσπαθώντας να διατηρήσουν μια οικογενειακή ηρεμία, έτοιμη να αναποδογυριστεί με την παραμικρή λέξη, ή υπαινιγμό. Είναι σαν να προσπαθούν να κατασκευάσουν και να πιστέψουν μια αλήθεια η οποία στηρίζεται σε ένα ψέμα. Η ανάγκη προστασίας των παιδιών έχει σχέση και με την δική τους προστασία.
Κατά βάθος γνωρίζουν ότι η σκέψη, ή η φράση “τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν” δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ότι αποτελεί μια προσπάθεια, όπως είπαμε, καθησύχασης τους και αίσθησης ελέγχου των καταστάσεων, αλλά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς και έχουν το δικαίωμα, μόνο που τα αποτελέσματα δεν είναι συνήθως έτσι όπως τα περιμένουν. Ο φόβος μην το παιδί τραυματιστεί από την κατάσταση δεν φαίνεται να καλύπτεται από την αποσιώπηση, για τον απλούστατο λόγο ότι του αφαιρεί την δυνατότητα συμμετοχής, η οποία σημαίνει δυνατότητα άμυνας.
Οι διαφορές, αλλά και οι αντιθέσεις των γονέων δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν ένα τραύμα στο παιδί, αλλά μπορούν να το πετύχουν στο βαθμό που αυτές αντί να υποχωρούν, με το πέρασμα του χρόνου, μεγαλώνουν. Μεγαλώνουν, επαναλαμβάνονται και διαμορφώνουν το συναισθηματικό πεδίο της οικογένειας με τέτοιο τρόπο ώστε να αισθάνεται ότι η ύπαρξή του μπαίνει σε δεύτερη μοίρα. Να αισθάνεται ότι την πρώτη θέση την καταλαμβάνει η σχέση και ο “αγώνας” επικράτησης του ενός ή του άλλου γονέα μέσα σε αυτή.
Σε αυτό τον “αγώνα”, το παιδί γίνεται πολύ εύκολα και το ίδιο ένα πεδίο αντιπαλότητας όχι μόνο μέσα στην πυρηνική οικογένεια, αλλά και στην ευρύτερη, με την εμπλοκή των άλλων συγγενών, (γιαγιάδες, θείες,κ.λ.π.). Εάν λοιπόν δεν έχει και το δικαίωμα να συμμετέχει και να εκφράζει την γνώμη του τότε η παρουσία του τραύματος θα κάνει την εμφάνισή του.
Από την άλλη οι γονείς βρίσκονται σε πιο δυσάρεστη θέση όταν αποδέχονται μια σχέση που τους γεμίζει με άγχος και ένταση. Όταν η αβεβαιότητα και η ανηδονία αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της. Όταν δεν μπορούν να αντιδράσουν λόγω συναισθηματικών ή κοινωνικών λόγων και έχουν χάσει όλα τα δυνητικά τους χαρακτηριστικά για να πολεμήσουν για κάτι καλύτερο. Όταν ελπίζουν μάταια για την βελτίωσή της και καλά κάνουν διότι πάντα πρέπει να ελπίζουμε, αλλά νιώθουν ανίκανοι να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη που θα έφερνε την αλλαγή.
Αισθάνομαι ότι η αυτοπεποίθησή τους καθώς και η αξιοπρέπεια τους θα πρέπει να είναι βαριά πληγωμένη. Ότι η σχέση με το παιδί τους και μόνο αυτή θα αποτελεί ένα χώρο/χρόνο ηρεμίας και ικανοποίησης. Έτσι σε αυτή την υπαρξιακή κατάσταση είναι πολύ εύκολο να ψάξουν κάποιες δικαιολογίες οι οποίες εκ πρώτης απόψεως, δεν είναι και τόσο ανυπόστατες, Θέτοντας την παρουσία των παιδιών σαν στοιχείο παραμονής σε μια τόσο δύσκολη σχέση. Δηλώνουν στον εαυτό τους και στους άλλους και το πιστεύουν. Πιστεύουν ότι για αυτά αποδέχονται τις ασύμφορες συνθήκες της σχέσης. Για αυτά “πολεμούν” για κάτι καλύτερο,για να τους εξασφαλίσουν μια οικογενειακή θαλπωρή ακόμα και αν αυτό τους στοιχίζει υπαρξιακά.
Η επιμονή όμως διατήρησής μιας οικογενειακής σχέσης που δεν ικανοποιεί κρύβει ένα επί πλέον φόβο που τα μέλη της αισθάνονται ότι ενεδρεύει “έξω” από αυτή. Δηλαδή μια ανασφάλεια που τα περιμένει με την διάλυση της υπάρχουσας κατάστασης. Ο φόβος έρχεται να φανερώσει τον τρόπο με τον οποίο πρωτίστως οι γονείς αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους και μετά τα παιδιά τους. 
Δηλαδή μερικά ερωτήματα που τίθενται είναι: ποια σημασία προσδίδουν στις ανάγκες και τα θέλω τους; Πόσο υποστηρίζουν αυτό που θεωρούν σαν αλήθεια, σαν την πραγματικότητα τους η οποία πηγάζει από την εμπειρία τους; Επίσης, κατά πόσο μπορούν να ανεχθούν την δυσαρέσκεια; Πόσο μπορούν να ανεχθούν την απουσία επιθυμίας και ηδονής στην σχέση σαν να αποτελεί κάτι φυσιολογικό; Το να μην χωρίζεις για τα παιδιά φαίνεται σαν η φυσιολογική εκδοχή μιας πραγματικότητας η οποία δεν θεωρεί σημαντικές τις παραπάνω ελλείψεις;
Η έκφραση λοιπόν “μένουμε μαζί για τα παιδιά” προσδίδει στους γονείς μια ιδιότητα αποδεχτή, ορίζοντας τους σαν “θύματα” τα οποία οδηγούνται στην θυσία για το καλό των παιδιών. Πάντα η θυματοποίηση έκρυβε κάποια ελαφρυντικά για το θύμα. Το θύμα πάντα ήταν κάτι ιερό, και δικαιολογούσε οποιαδήποτε συμβιβασμό και αποδοχή μιας δυσάρεστης πραγματικότητας με σκοπό την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης.
Έτσι ένας γονέας που θυσιάζει την προσωπική του ικανοποίηση για τα παιδιά του αποτελεί κάτι θαυμάσιο και αξιέπαινο. Το αντίθετο δηλαδή όταν ένας γονέας κοιτά την ικανοποίηση του και στερεί από τα παιδιά του την παρουσία του άλλου γονέα, αποτελεί στοιχείο κοινωνικά μεμπτό και μη αποδεχτό από την κοινωνία μας.
Αυτό όμως που χρειάζεται να γνωρίζουμε είναι ότι η “θυματοποίηση” αποτελεί μια πραγματικότητα που δεν εξαρτάται και επιβάλλεται από την τωρινή κατάσταση ενός γονέα σαν υποκείμενο, αλλά ότι υπήρχε γι αυτό, πριν από το γάμο και αναπαράγεται με μια νέα μορφή μέσα σε αυτόν. Δηλαδή κάνουμε μια υπόθεση ότι η θέση του “θύματος” είναι γνωστή στο υποκείμενο από άλλες κοινωνικές καταστάσεις που έχει βιώσει σε παλαιότερες περιόδους της ζωής του. Περιόδους όπου αναγκάστηκε να υποδυθεί αυτό το ρόλο και να “κατοικήσει” αυτή την θέση στην παιδική, ή και εφηβική ηλικία του.
Άρα είναι πολύ εύκολο να την ξαναπάρει και να την δεχτεί από το να διαλέξει το αντίθετο. Όσο και αν φαίνεται άβολη στην ουσία η μίζερη - θα μου επιτρέψετέ να πω - “θαλπωρή” της είναι πιο σίγουρη από την αβεβαιότητα μιας απόφασης που οδηγεί σε κάτι άγνωστο και πρωτόγνωρο. Κάτι έξω από την οικογένεια. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το ζευγάρι και την οικογένεια, αλλά αποτελεί βασική κοινωνική αξία η οποία πριμοδοτεί την ασφάλεια της δέσμευσης παρά την ανασφάλεια της αυτονόμησης.
Οι γονείς που δέχονται αυτή την “θυσία” εκφράζουν μια αυστηρότητα προς τον εαυτό τους. Μοιάζει σαν να του επιβάλουν μια “τιμωρία” με τον εγκλεισμό του σε μια σχέση “φυλακή” η οποία τους “αξίζει” εφόσον δεν ήταν ικανοί να αντιληφθούν την κατάσταση πριν φτάσει σε αυτή την φάση. Δηλαδή απαιτούν από τον εαυτό τους να γνωρίζει από πριν κάτι που δεν είχε μάθει και που θα μάθαινε στην διάρκεια του γάμου. 
Αυτή η μορφή αντιμετώπισης του εαυτού δεν φανερώνει μια χαλαρότητα και δεν προσφέρει ένα πεδίο εσωτερικής διαπραγμάτευσης, όπου το σημαντικότερο στοιχείο είναι η αναζήτηση της ικανοποίησης, της ευχαρίστησης και της χαράς. Αντίθετα οδηγείται στην εξαντλητική υπομονή, αποδοχή και αναπαραγωγής του ανικανοποίητου σαν στοιχείου που τον τροφοδοτεί καθώς τροφοδοτεί και τα παιδιά του.
Εδώ έχουμε να κάνουμε τόσο με την εμπιστοσύνη στον εαυτό. Αυτή εξαρτάται από την αίσθηση εξάρτησης ή αυτονομίας που ο κάθε γονέας έχει αναπτύξει πριν, αλλά και μετά το γάμο. Από το πόσο θεωρεί δικαίωμά του, όχι μόνο να αλλάξει γνώμη, αλλά και να την υπερασπιστεί αν καταλάβει ότι η απόφασή του δεν ήταν η σωστή. Πόσο αποδέχεται αποφυγή της δυσαρέσκειας για τον εαυτό του και για το παιδί του.
Διότι η παραμονή σε μια σχέση, η οποία δεν εξασφαλίζει τις συνθήκες εκείνες που θα βοηθήσουν την υγιή ανάπτυξή των παιδιών παρά μόνο την παρουσία των γονέων, μας πυροδοτεί να εξηγήσουμε ότι δεν έχει σημασία η παρουσία των γονέων, όσο ο τρόπος με τον οποίον εξασφαλίζεται αυτή η παρουσία. Επίσης πρέπει να δηλώσουμε ότι σημασία δεν έχει η χρονική ποσότητα της παρουσία τους, όσο η ποιοτική.
Εάν λοιπόν οι γονείς θεωρούν ότι αυτή η κατάσταση που περιγράψαμε αποτελεί ένα δημιουργικό περιβάλλον για την ανάπτυξη του παιδιού τους, δηλαδή η αναπαραγωγή μιας σχέσης “θυσίας” όπου η χαρά και η ικανοποίηση ζουν προσποιητά και δεν αποτελούν την πηγή της σχέσης, τότε χρειάζεται να γνωρίσουν ότι προετοιμάζουν την μελλοντική “θυσία” των ίδιων των παιδιών τους σε ανάλογες σχέσεις.
Ότι “τα συνηθίζουν” σε αυτό που και οι δικοί τους γονείς τους “συνήθισαν”, δηλαδή να θεωρούν την έλλειψη ικανοποίησης και πραγμάτωσης του εαυτού σαν ένα φυσιολογικό δεδομένο που δεν χρειάζεται να αλλάξει, αλλά μόνο να γίνει αποδεκτό. Επίσης Επίσης χρειάζεται να γνωρίζουν ότι το παιδί κινδυνεύει βιώνοντας την οικογενειακή κατάσταση, με το πέρασμα των χρόνων, να αποδίδει στον εαυτό του ευθύνη και να ενοχοποιείται για αυτή. Αυτό είναι ένα άλλο τεράστιο κεφάλαιο το οποίο οι γονείς δεν εξετάζουν αρκετά όταν σκέφτονται να πάρουν την απόφαση ή μη του χωρισμού.
Τα παιδιά, όπως είπαμε, αντιλαμβάνονται πολύ εύκολα ότι η σχέση των γονέων δυσλειτουργεί και κανείς από τους δυο δεν είναι ικανοποιημένος από αυτή. Αντιλαμβάνονται ότι οι γονείς τους μένουν στο γάμο για αυτά. Νιώθουν ότι είναι η αιτία αυτής της δυσαρέσκειας και θεωρούν τον εαυτό τους υπεύθυνο για αυτή την κατάσταση. Με αυτό τον τρόπο το βάρος της σχέσης να μετακυλά από τους γονείς στα παιδιά! 
Αναλαμβάνουν και ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτούς την ευθύνη της διαιώνισης μιας σχέσης η οποία δεν προσφέρει ικανοποίηση σε κανένα, παρά μόνο αναπαράγει την δυσαρέσκεια για όλους. Η ικανοποίηση των παιδιών δεν έχει σχέση με την διατήρηση της δυσαρέσκεια των γονέων. Αντίθετα η χαρά των γονέων είτε είναι μέσα στην σχέση είτε έξω από αυτή ηρεμεί τα παιδιά και τα βοηθά να ασχοληθούν με την δική τους ζωή. Άρα οι γονείς χρειάζεται να γνωρίζουν ότι όταν μένουν μαζί για τα παιδιά, τότε τα παιδιά επωμίζονται το βάρος της σχέσης και γίνονται συμμετέχουν στην δυσαρέσκεια των γονέων από αυτή.
Η δυσαρέσκεια λοιπόν που επικρατεί και το άγχος που καταλαμβάνει τον χώρο της οικογένειας επηρεάζουν την ανάπτυξη τους πολλές φορές περισσότερο απ' ότι ο χωρισμός. Έτσι η έκφραση “μένουμε για τα παιδιά” μπορεί να φαίνεται ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά από ένα σημείο και μετά χρησιμοποιείται για να την κρύψει. Δηλαδή να κρύψει άλλες πραγματικότητες της σχέσεις που οι γονείς δεν μπορούν και με το δίκιο τους ν' αντιμετωπίσουν.
Στην ουσία αν εξετάσουμε τη πραγματικότητα, μας αποκαλύπτει ότι οι γονείς δεν μένουν σε μια σχέση μόνο για τα παιδιά τους, αλλά περισσότερο για τους ίδιους. Ότι το “μένουμε μαζί για τα παιδιά μας” αποτελεί μια προσπάθεια να καλύψουν την συναισθηματική τους ανασφάλεια. Αποτελεί μια προσπάθεια να παραβλέψουν την έλλειψη ικανοποίησης σαν κάτι μη σημαντικό για αυτούς και τα παιδιά τους. Να αποφύγουν την εξουσιοδότηση του εαυτού τους να την αλλάξει. Να αναζητήσει την ικανοποίηση εκτός της σχέσης, ακόμα και αν η οικονομική τους κατάσταση είναι δύσκολη.
Στην ουσία αν εξετάσουμε τη πραγματικότητα, αντιλαμβανόμαστε πολύ γρήγορα ότι μια σχέση η οποία σε καθημερινή βάση είναι “ντυμένη” με δυσαρέσκεια, ένταση, εκνευρισμό και καταθλιπτική διάθεση, από την μια, όχι μόνο δεν προσφέρει στους γονείς, αλλά τους αφαιρεί την δυνατότητα να βιώσουν την σχέση με τα παιδιά τους έτσι όπως θα ήταν εποικοδομητικό και για τους δύο, και από την άλλη δεν προσφέρει την δυνατότητα στα “παιδιά” να βιώσουν την παιδικότητα ή την εφηβεία τους όπως τους αρμόζει και τον χρόνο που πρέπει.
Άρα το “μένουμε μαζί για τα παιδιά μας” από την μια δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα και από την άλλη δεν επιφέρει τα αποτελέσματα που οι γονείς φαντάζονται ότι προσφέρει. Σε αυτή την περίπτωση μήπως θα έπρεπε να επικρατήσει το... “χωρίζουμε για τα παιδιά μας” σαν έκφραση που δικαιώνει περισσότερο τα παιδιά δικαιώνοντας τους γονείς. Δεν ξέρω καλό είναι να το σκεφτούμε...


Κερεντζής Λάμπρος
πίνακα: SYLVIE BERTRAND ,

1http://kerentzis.blogspot.gr/2017/06/blog-post_13.html

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Τραγικότητα της Ελληνικής Οικογένειας

Ο “Μαμάκιας”: Μια δυσλειτουργία του πατρικού ρόλου.

Μια Πόρσε στην Εθνική οδό, ή... Μια οικογενειακή κατασκευή του θανάτου